Παρασκευή 4 Μαΐου 2012

Διεθνής Οργάνωση Εργασίας: στην παγίδα της λιτότητας η παγκόσμια οικονομία


Στα 210 εκατ. θα εκτιναχθεί ο αριθμός των ανέργων τα επόμενα χρόνια
Διεθνής Οργάνωση Εργασίας: στην παγίδα της λιτότητας η παγκόσμια οικονομία

Σε αδιέξοδο οδηγείται η παγκόσμια οικονομία εφόσον συνεχίσει το δρόμο της λιτότητας, της απορύθμισης των εργασιακών σχέσεων και της προώθησης της επισφαλούς εργασίας, προειδοποιεί στην τελευταία του έκθεση ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας (ILO). Ο οργανισμός του ΟΗΕ για την εργασία σημειώνει ότι σε παγκόσμια κλίμακα το έλλειμμα απασχόλησης αποκτά ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις αγγίζοντας τις  50 εκατ. θέσεις εργασίας.

Στην ίδια έκθεση γίνεται αναφορά στα 80 εκατ. νεοεισερχομένων στην αγορά εργασίας τα τελευταία δύο χρόνια οι οποίοι αδυνατούν να βρουν απασχόληση λόγω των περικοπών των δημοσίων δαπανών στις περισσότερες οικονομίες του ανεπτυγμένου κόσμου. Σε αυτά τα μεγέθη προστίθεται και το 40% των ανέργων οι οποίοι αναζητούν εργασία για περισσότερο από ένα χρόνο καθώς και οι επισφαλώς εργαζόμενοι οι οποίοι αυξάνονται ραγδαία στα δύο τρίτα των 184 χωρών μελών του οργανισμού. Συνολικά εκτιμάται ότι ο «στρατός» των ανέργων υπερβαίνει ήδη τα 200 εκατ. ανθρώπους με προοπτική να αγγίξει τα 210 εκατ. το 2016.Οι συντάκτες της έκθεσης δεν αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας για το άμεσο μέλλον καθώς παρατηρούν ότι οι περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες «έχουν πιαστεί στην παγίδα της λιτότητας». «Η κατάσταση της αγοράς εργασίας σε παγκόσμια κλίμακα είναι εξαιρετικά ανησυχητική και δεν δημιουργεί προοπτικές βελτίωσης στο ορατό μέλλον» τονίζει ο διεθνής οργανισμός.

Παρά τις μεγαλόστομες διακηρύξεις ηγετών και οικονομικών παραγόντων για την ανάπτυξη και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας «η διεθνής στρατηγική στρέφεται στη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων με κάθε κόστος»που κάθε άλλο παρά βελτιώνει τις συνθήκες απασχόλησης.

«Η λιτότητα μεταφράζεται σε μια αναιμική οικονομική ανάπτυξη, σε επιδείνωση των οικονομικών στοιχείων των τραπεζών που οδηγεί με τη σειρά της σε μείωση των πιστώσεων και των επιχειρηματικών επενδύσεων και τελικά προκαλεί νέες απώλειες θέσεων εργασίας» αναφέρει η έκθεση.

Ως αντίδοτο ο Οργανισμός προτείνει «μια αλλαγή προσέγγισης» η οποία περνά καταρχάς από την αύξηση των μισθών σε ποσοστό αντίστοιχο με το ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας αλλά και από την «συγκρατημένη αύξηση» των κατώτερων αμοιβών. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στα παραδείγματα Βραζιλίας, Ουρουγουάης και Ινδονησίας οι οποίες κατάφεραν να αυξήσουν το ποσοστό απασχόλησης μειώνοντας ταυτόχρονα την αδήλωτη (μαύρη) εργασία. Ως λογικό επακόλουθο της αναμενόμενης επιδείνωσης των συνθηκών απασχόλησης αναμένεται άνοδος της κοινωνικής δυσφορίας των εντάσεων σε παγκόσμια κλίμακα. 

Λαϊκιστικός ριζοσπαστισμός και εξτρεμισμός


Επί δύο δεκαετίες ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο συνοδεύει τις μετεκλογικές αναλύσεις. Τόσο σε ενδιάμεσες όσο και σε γενικές εκλογές, τα κόμματα δεξιότερα της Κεντροδεξιάς βγαίνουν συχνά κερδισμένα από την εκλογική μάχη: ποιοι παράγοντες ευνοούν την ενίσχυση του δεξιού κομματικού άκρου και η παρουσία του συνιστά άραγε απειλή για τη φιλελεύθερη δημοκρατική τάξη;
Να επισημάνουμε ότι τα άκρα εμφανίζονται διαφοροποιημένα στο εσωτερικό τους. Οσον αφορά το δεξιό άκρο του κομματικού-ιδεολογικού φάσματος, διακρίνονται τρεις τάσεις: του λαϊκιστικού ριζοσπαστισμού, του «σκληρού» ευρωσκεπτικισμού και του εξτρεμισμού. Τα λαϊκιστικά ριζοσπαστικά κόμματα, που αποτελούν πλειοψηφία στην κομματική υποπεριοχή της Ακροδεξιάς (Νορβηγικό Κόμμα Προόδου, Βελγικό Συμφέρον, Λαϊκό Κόμμα Δανίας, Γερμανική Λαϊκή Ενωση, ΛΑΟΣ, κ.ά.) διατυπώνουν έναν απλουστευτικό και εναντιωματικό λόγο. Πρόκειται για κόμματα που είναι διαρκώς «κατά» και διαθέσιμα να προσφέρουν διαιρετικά εξηγητικά σχήματα υποδεικνύοντας «εχθρούς» και «φταίχτες» σε όσους ανήμποροι να προσαρμοστούν στις αλλαγές αναζητούν εκείνους που «ευθύνονται» για τις συνέπειες από τις αλλαγές αυτές: κόμματα, αγορές, μετανάστες, μουσουλμάνοι θεωρούνται υπεύθυνοι για τα δεινά της εποχής - την κρίση, την ανεργία, την εγκληματικότητα, την πολυπολιτισμικότητα.
Τα λαϊκιστικά ριζοσπαστικά κόμματα διακρίνονται από ευρωσκεπτικισμό, όμως δεν είναι όλα ούτε είναι στον ίδιο βαθμό ευρωσκεπτικιστικά: αρχικά το Κόμμα της Ελευθερίας στην Αυστρία ήταν υπέρ της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Η Εθνική Συμμαχία του Φίνι διακρίνεται από «ήπιο» ευρωσκεπτικισμό, ενώ το Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν ή το Βρετανικό Κόμμα της Ανεξαρτησίας ανήκουν στους «σκληρούς», που ζητούν έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Στην ατζέντα κατά της ΕΕ η άκρα Δεξιά συμπίπτει με την άκρα Αριστερά, από την οποία διαφέρει στην αντιμεταναστευτική στάση της, στην έμφαση σε πολιτικές «νόμου και τάξης», στην κυνική τοποθέτησή της στα προαπαιτούμενα της δημοκρατικής πολιτείας (ισότητα, δικαιώματα).
Τη δημοκρατία ως σύστημα αξιών και διακυβέρνησης βάζουν στο στόχαστρο κόμματα της εξτρεμιστικής Δεξιάς: από το Εθνικό-Δημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας ως τη Χρυσή Αυγή έχουμε να κάνουμε με οργανώσεις που χρησιμοποιούν βία ως μέσο πολιτικής δράσης και υπονομεύουν τη δημοκρατία. Επιπλέον, εκθειάζουν την εθνοφυλετικά «καθαρή» κοινωνία και μια αυταρχική πολιτεία οργανωμένη κατά τα ιδεολογικά, πολιτικά και αισθητικά πρότυπα των ολοκληρωτικών καθεστώτων της δεκαετίας του 1930.
Τι κοινό έχουν μεταξύ τους οι τάσεις της Ακροδεξιάς; Εξεταζόμενες από τη σκοπιά της ζήτησης, δηλαδή των εκλογέων που ελκύονται από την ιδεολογία και τα κόμματα του χώρου, παρατηρείται μια λειτουργία συγκοινωνούντων δοχείων στον πυρήνα των υποστηρικτών τους. Ετσι, αν ακροδεξιά κόμματα εξέλθουν του ιδεολογικού τους πεδίου διεκδικώντας ψήφους από την κατεστημένη Δεξιά, ενδεχομένως να τις κερδίσουν, θα προκαλέσουν όμως μια αντίστροφη μετατόπιση σταθερών εκλογέων τους, που απογοητευμένοι μετακινούνται προς αυθεντικότερους εκπροσώπους του χώρου. Μια θετική απάντηση στο δίλημμα συνεργασία ή όχι με κόμματα της Ακροδεξιάς, που ενίοτε τίθεται σε παράγοντες της πλειοψηφίας, βοηθά στον συστημικό αναπροσανατολισμό της Ακροδεξιάς, δεν περιορίζει όμως το εξτρεμιστικό δυναμικό που υπάρχει. Εδώ γεννάται το ερώτημα τι είναι αυτό που προκαλεί και τι μπορεί να τιθασεύσει αυτό το δυναμικό.
Για να απαντήσουμε στο ερώτημα μεταθέτουμε το ενδιαφέρον μας στην πλευρά της προσφοράς: στις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν όταν ενδυναμώνεται η Ακροδεξιά και στις στρατηγικές επιλογές των υπόλοιπων κομμάτων. Πολλοί πιστεύουν ότι η οικονομική κρίση δημιουργεί εύφορο έδαφος για την ενίσχυση της άκρας Δεξιάς. Ωστόσο, αν μελετήσουμε τις συγκυρίες που την ανέδειξαν, θα διαπιστώσουμε ότι όταν αρχές του 1970 η καχεκτική Ακροδεξιά γνώρισε την πρώτη εκλογική απογείωση (Κόμμα Προόδου σε Δανία και Νορβηγία) επικρατούσαν ακόμη συνθήκες οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας στην Κεντρική Ευρώπη. Επίσης, οι παρίες δεν είναι εκ προοιμίου πιο ευάλωτοι στον ακροδεξιό λόγο από ό,τι ο περισσότερο δαήμων πληθυσμός. Εξάλλου η Ακροδεξιά διαθέτει πια πολυσυλλεκτική δυναμική, που πιστοποιεί μια σχεδόν ισόρροπη διείσδυσή της στα κοινωνικο-δημογραφικά περιβάλλοντα.
Αν συνιστώσες της άκρας Δεξιάς ενισχύονται σε συνθήκες ευημερίας αλλά και κρίσης, μήπως περισσότερο σημαντικά από τα μακροκοινωνικά δεδομένα είναι τα διαδραματιζόμενα στο μικροκομματικό πεδίο; Η στάση των άλλων κομμάτων απέναντι στην άκρα Δεξιά έχει αποδειχθεί ουσιαστικός παράγοντας για την ενδυνάμωση ή την αποδυνάμωσή της. Παρ' ότι άλλα κόμματα πιστεύουν ότι υιοθετώντας την ατζέντα της τής αφαιρούν ψήφους, συχνά συμβαίνει το αντίθετο: όταν τα διακυβεύματα της Ακροδεξιάς γίνονται αποδεκτά από άλλους κομματικούς δρώντες (κάτι τέτοιο συμβαίνει στο «αντιμνημονιακό στρατόπεδο» στην Ελλάδα της κρίσης με αποκορύφωμα το «φλερτ» Τσίπρα - Καμμένου), η ίδια αποδαιμονοποιείται και γίνεται πιο αποδεκτή στους εκλογείς.
Τούτο δεν σημαίνει πως αν η Ακροδεξιά τεθεί σε καραντίνα, η κομματική σκηνή απαλλάσσεται από την επιρροή της. Στρατηγικές απορρόφησης της άκρας Δεξιάς από άλλα κόμματα μπορεί να περιορίσουν την παρουσία της, ενώ στρατηγικές διάκρισής τους από αυτήν μπορεί να τη διευρύνουν. Στη μεταπολιτευτική Ελλάδα δοκιμάστηκαν και οι δύο στρατηγικές: ο Κωνσταντίνος Καραμανλής την απορρόφησε (Εθνική Παράταξη) περιορίζοντας τη δυναμική του ακροδεξιού χώρου, ενώ ο Κώστας Καραμανλής δημιούργησε συνθήκες διάκρισης (ΛΑΟΣ) αυξάνοντας την πολυσυλλεκτικότητα στο κόμμα του. Παραμένει ζητούμενο αν η σημερινή ΝΔ, λιγότερο το ΠαΣοΚ, που δοκιμάζουν την υιοθέτηση διακυβευμάτων της Ακροδεξιάς (μεταναστευτικό), θα σταματήσουν τις δεξιόστροφες διαρροές ψηφοφόρων τους ή, αντιθέτως, θα τους απενοχοποιήσουν να στραφούν σε κόμματα που είναι «αρμοδιότερα» στη διαχείριση τέτοιων διακυβευμάτων.
Η κυρία Βασιλική Γεωργιάδου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Η αβεβαιότητα πλήττει την οικονομία και τα έσοδα


Για να καλυφθεί η απώλεια των εσόδων σημειώθηκαν μεγαλύτερες περικοπές στις πρωτογενείς δαπάνες
Η αβεβαιότητα πλήττει την οικονομία και τα έσοδα

Καθώς πλησιάζει η ώρα της κάλπης και η αβεβαιότητα για το τελικό αποτέλεσμα και τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης παραμένει διάχυτη, η κατάσταση στην πραγματική οικονομία και στα δημόσια οικονομικά επιδεινώνεται.

Σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες, η παρατεταμένη ύφεση που αποτυπώνεται στους δείκτες της κατανάλωσης και της παραγωγής κυρίως κατοικιών, η πτώση του ενδιαφέροντος για τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών, οδήγησαν, σε πτώση τα έσοδα του κράτους κατά 5% περίπου τον περασμένο μήνα Απρίλιο σε σύγκριση με τον αντίστοιχο περυσινό μήνα.

Μάλιστα, με βάση τα ίδια στοιχεία, το πρώτο τετράμηνο του έτους τα έσοδα παραμένουν στα ίδια με τα περυσινά επίπεδα γεγονός που προκαλεί ανησυχία στο υπουργείο Οικονομικών.
Ωστόσο, για να καλυφθεί η απώλεια των εσόδων σημειώθηκαν μεγαλύτερες περικοπές στις πρωτογενείς δαπάνες. Οπότε είναι σχεδόν βέβαιο ότι τους επόμενους μήνες θα είναι εμφανώς αυξημένες οι οφειλές Δημοσίου σε ιδιώτες.
Αυτό όμως που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία είναι η ανεξέλεγκτη αύξηση των δαπανών του ΟΑΕΔ λόγω της έκρηξης της ανεργίας και των ασφαλιστικών ταμείων λόγω του κύματος συνταξιοδότησης και της δραματικής μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών. Μέχρι τον Ιούνιο τα ασφαλιστικά ταμεία θα έχουν απορροφήσει τις επιχορηγήσεις του κρατικού προϋπολογισμού για ολόκληρο το έτος.
Νεότερες εκτιμήσεις ανεβάζουν το ποσοστό της ύφεσης για το 2012 πάνω από 5,5% τη στιγμή που το μνημόνιο 2 προβλέπει ύφεση 4,5% και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος 5%. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα, λόγω και της συγκράτησης του πληθωρισμού, να εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί το ονομαστικό ΑΕΠ σε επίπεδο κάτω των 210 δισ. ευρώ.
Στην κυβέρνηση και τους οικονομικούς συμβούλους του πρωθυπουργού επικρατεί ανησυχία για το ενδεχόμενο παράτασης της πολιτικής αβεβαιότητας μετά την Κυριακή των εκλογών καθώς και ο φοροελεγκτικός μηχανισμός έχει ατονήσει και το κυριότερο αναβάλλονται κρίσιμες αποφάσεις για την οικονομία.